Το ροζ φουστάνι, η μία σφαίρα και το καλοκαίρι του 1974

 

(Αφήγηση αναμνήσεων πραγματικών γεγονότων)

Εκείνο το καλοκαίρι η παραθέριση ξεκινά με μία ανάμνηση, με το καθημερινό αυγό. Στο μέρος που παραθερίζαμε η ιδιοκτήτρια της πανσιόν που νοίκιαζε δωμάτια είχε κοτέτσι. Και κάθε μέρα κατέβαινα με λίγες δραχμές στο χέρι, παιδί 4 ετών και θυμάμαι το αυγό που μου έδινε. Και στην κοινόχρηστη κουζίνα που υπήρχε, η μητέρα μου το έβραζε μελάτο. Με αλάτι και μέσα βουτούσε και ψωμάκι. Η υπερτροφή της εποχής. Και ήταν αληθινή τροφή. Κοτούλες που 'τρέχαν όλη μέρα, κακάριζαν και έτρωγαν καλαμπόκι. Ήταν το δεκατιανό. 

Και το απόγευμα παιχνίδι, με εκείνη την κόκκινη παιδική μερσεντές, που δεν ήταν ηλεκτρική όπως τώρα, αλλά ο μηχανισμός της ήταν σαν ποδήλατο. Με τιμόνι. Ω πόσο μου άρεσε να γυρίζω εκείνο το τιμόνι. Και έκανα βόλτες. Και αισθανόμουν τόσο καλά. Ώσπου κόντεψα να πέσω σε ένα ρέμα. Η μητέρα μου έλεγε ότι με σπρώξανε άλλα παιδιά. Εγώ θυμάμαι παιδιά να τρέχουν ξοπίσω από το αυτοκίνητο. Μετά το χάρισε η μάνα μου και δεν ξανάπαιξα με αυτό. 

Παραθερίζαμε οικογενειακώς στο Λιβάδι, ένα δροσερό ορεινό χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί μας πρόλαβε η Ιστορία. Δεν θυμάμαι πότε ξεκινήσαμε να παραθερίζουμε εκεί. Κι από το δωμάτιο θυμάμαι έτσι ένα ξύλινο σκρίνιο απέναντι από το κρεβάτι μας. Κι ένα μπαλκόνι, κοινόχρηστο κι αυτό γύρω γύρω, κι απέναντι δέντρα, ου πόσα πολλά δέντρα!. Και μια γιαγιά, που καθόταν σε αναπηρικό καροτσάκι με μια κουβέρτα στα πόδια της. Και μια μέρα με φώναξε να πάω κοντά της. "Πριτς", της είπα "για να με σκοτώσεις". !!!

Ήταν βλέπετε μετά την εποχή του δράκου στη Θεσσαλονίκη, που αλλοίμονο δεν ήταν μόνο ένας και η μητέρα μου με είχε δασκαλέψει να μην πλησιάζω αγνώστους. Βέβαια μετά γελούσε, καθώς εφαρμόζοντας πιστά την εντολή της, αλλοίμονο κι αν τολμούσα να παρακούσω, ακόμα και μια ανάπηρη γιαγιά ήταν το "δόλωμα" για τη δολοφονία μου!!!

Λίγα πράγματα θυμάμαι, όπως και ότι είχε ψύχρα τα βράδια και σκεπαζόμασταν με κουβέρτες. Λίγα, γιατί μας πρόλαβε ο πόλεμος. Είχαμε ραδιόφωνο την εποχή εκείνη, τα τρανζίστορ της εποχής με τις μπαταρίες. Το Σάββατο 20 Ιουλίου, το ραδιόφωνο διέκοψε το πρόγραμμά του. Κηρύχθηκε Γενική Επιστράτευση λόγω της εισβολής στην Κύπρο. Ο πατέρας μου, έφεδρος αξιωματικός, μπήκε αμέσως σε συναγερμό. Έπρεπε να επιστρέψει στην πόλη, αλλά οι συγκοινωνίες είχαν παγώσει. Τελικά, τη Δευτέρα 22 Ιουλίου, καταφέραμε να κατεβούμε στη Θεσσαλονίκη στρυμωγμένοι στην καρότσα ενός εμπορικού φορτηγού που μετέφερε πράγματα. Είμασταν τυχεροί που βρέθηκε και αυτό. Έπρεπε να επιστρέψει ο πατέρας μου για να παρουσιαστεί. Αλλιώς θα τον κύρησαν λιποτάχτη. Ακόμα θυμάμαι δυο άντρες να φορτώνουν το φορτηγό, αυτό, δεν θυμάμαι εμάς επάνω μόνο τον πατέρα μου να λέει στη μητέρα μου ότι με πληρωμή φυσικά, έπεισε τους ανθρώπους να μας πάρουν μαζί τους. Πόσο μεγάλη εντύπωση μου έκανε που φόρτωναν το φορτηγό. Και δεν θυμάμαι και τι. Ίσως σακιά με αλεύρι. 

Φτάνοντας στο σπίτι, στη Θεσσαλονίκη, Αγίας Σοφίας και Εγνατία μέναμε τότε, βρήκαμε τον στρατιωτικό φάκελο. Το Φύλλο Πορείας το είχαν γλιστρήσει κάτω από την πόρτα. Έφυγε ο πατέρας μου για να παρουσιαστεί αμέσως στο Στρατόπεδο Νταλίπη. Ήταν στη Καλαμαριά. Δεν ξέρω αν έπαιξε αυτό ρόλο. Ήταν δημότες Καλαμαριάς γιατί από λάθος παντρεύτηκαν στον Άγιο Γεώργιο Καλαμαριάς. Εκείνη τη μέρα, πρωί ήταν ακόμα, καθόμουν στο μπαλκόνι στην κούνια που είχα. Η μητέρα μου έκλαιγε. Σηκώθηκα και τον είδα να στρίβει τη γωνία. Οι γονείς μου ήξερα τι θα πει πόλεμος. Ήταν παιδιά στον δεύτερο παγκόσμιο. 

Στο στρατόπεδο του Νταλίπη επικρατούσε το απόλυτο χάος. Ήταν εύσωμος άνδρας και δεν υπήρχε στολή στα μέτρα του να τον ντύσουν. Επειδή όμως ήταν μορφωμένος έφεδρος αξιωματικός και δεν γινόταν να πάει έτσι στο μέτωπο, τον έχρισαν αμέσως Διοικητή στο Στρατόπεδο «Δογάνη» στο Κιλκίς, που λειτουργούσε ως κέντρο υποδοχής στα μετόπισθεν.

Όταν ανέλαβε τη διοίκηση, του παρέδωσαν ένα περίστροφο με μία και μοναδική σφαίρα. Πυρομαχικά δεν υπήρχαν στις αποθήκες. Η μητέρα μου έλεγε πως τα είχαν πουλήσει οι χουντικοί. Βρήκα ψάχνοντας στο διαδίκτυο ότι τα είχαν κρύψει γιατί φοβόταν αντιπραξικόπηκα και ανατροπή τους. Ο πατέρας μου θυμόταν αργότερα και μας έλεγε πως η εντολή από την κυβέρνηση της Χούντας ήταν σαφής: αν οι Τούρκοι έσπαγαν το μέτωπο και έμπαιναν στο στρατόπεδο, η σφαίρα αυτή ήταν για να αυτοκτονήσει, να μην πέσει ζωντανός στα χέρια τους. Την κράτησε εκείνη τη σφαίρα. Για πάντα, την είχε πάντα στο γραφείο του στο δεύτερο σπίτι μας στην Πλατεία Ιπποδρομίου κάτω από την εικόνα της Παναγιάς. Δεμένη με ένα σχοινί μαζί με το στρατιωτικό μαχαίρι που είχε στην πρώτη του εκπαίδευση νεαρός στο μεγάλο πεύκο. Ήταν μια μικρή γκρί σφαίρα με χρυσό τριγωνικό κεφάλι. Και ήταν πάντα εκεί μέχρι το τέλος. Έμπαινα, έβγαινα, ολόκληρη γυναίκα πια και ήταν πάντα εκεί στο χωλ, στο γραφείο του.  

Ήταν δραματική εκείνη η εβδομάδα που ξεκίνησε, για την Ελλάδα, εννοείται για την Κύπρο και για εμάς. Ένα μικρό κομμάτι της κοινωνίας και εμείς. Δεν ξέραμε τι θα γινόταν. Ξεκίνησε την άλλη μέρα η μητέρα μου κι εγώ να πάμε στην τράπεζα. Ίσως να ήταν Πειραιώς, δεν θυμάμαι, στην οδό Τσιμισκή μέσα στην αγορά και ήταν ένα κατάστημα βαμμένο κάτω γκρίζο και πάνω κίτρινο. Δεν άφηναν τη μητέρα μου να τραβήξει χρήματα από τον κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό. Πήγε στον διευθυντή και της είπε: "Και που ξέρω εγώ αν δεν έχεις χωρίσει με τον άντρα σου;". Τέτοια αγένεια. Δεν είχε δικαίωμα να το κάνει. Ο κοινός λογαριασμός είναι κοινός και οι δικαιούχοι μπορούν να τραβήξουν χρήματα αν δεν άλλαζε κάτι. Θυμάμαι ακόμα ένα γκρι διάδρομο με γκισέ στη σειρά. Μετά έκλεισαν οι τράπεζες. Για πρώτη φορά. Τότε παρακάλεσε ο πατέρας μου τον θείο μου και αδερφό του, παρόλο που δεν είχαν καλές σχέσεις, να δανείσει στην μητέρα μου 5.000 δραχμές. Τότε δεν ήταν 15 ευρώ. Ήταν πολλά λεφτά. Και θα του το επέστρεφε όταν γυρνούσε. Ο θείος μου τα έδωσε και ο πατέρας μου όταν γύρισε τα πήρε από την τράπεζα και τα επέστρεψε. Άνοιξαν ξανά οι τράπεζες όταν έληξε το "πανηγύρι" και ο πατέρας μου απέσυρε όλα τα λεφτά του και τα έψαλλε στον διευθυντή. 

Όμως οι γνωρίζοντες την ιστορία φοβόταν τους Τούρκους. Ζητούσε υδροκυάνιο η μητέρα μου και ρωτούσε τον πατέρα μου που μπορούσε να το προμηθευτεί ώστε αν έμπαιναν οι Τούρκοι στη Θεσσαλονίκη, να με σκοτώσει και να αυτοκτονήσει. Φυσικά δεν υπήρχε τρόπος και δεν προμηθεύτηκε ποτέ το δηλητήριο. Οι μέρες πέρασαν. 

Την επόμενη Κυριακή, πήγαμε να τον επισκεφτούμε στο Κιλκίς με το ιδιωτικό αυτοκίνητο ενός φίλου. Θυμάμαι ακόμα τι φορούσα: ένα ροζ φορεματάκι με άσπρη δαντελένια μπορντούρα και πιέτες στη φούστα.
Όταν μπήκαμε στο διοικητήριο, δεν τον γνώρισα. Μέσα στην άγρια στολή παραλλαγής, μου φάνηκε ξένος, φοβήθηκα. Κατάλαβε την ταραχή μου. Μπήκε αμέσως στον θάλαμο, γδύθηκε, έμεινε με τα εσώρουχα και τότε μόνο αναγνώρισα τον μπαμπά μου. Έτρεξα στην αγκαλιά του. Παιδί ήμουν και ανάμεσα στα στρατιωτικά ρούχα που άφησε παραπέρα, είδα το πιστόλι, που ήταν άδειο και μου έδωσε να το κρατήσω. Στα μάτια ενός τετράχρονου παιδιού, εκείνο το όπλο φάνταζε τεράστιο, πιο μεγάλο κι από μένα, και ασήκωτο. Θα το θυμάμαι πάντα ως ευτράπελο. 
Από εκείνη την ημέρα, μου έμεινε χαραγμένη και η εικόνα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, που στεκόταν επιβλητική πάνω στον λόφο, ακριβώς δίπλα από το στρατόπεδο, να προστατεύει τον πατέρα μου και όλους εκείνους τους ανθρώπους. Πήγαμε; δεν το θυμάμαι, θυμάμαι όμως την αναφορά στην εκκλησία. 

Σήμερα, το Στρατόπεδο Δογάνη είναι πλέον εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο. Ο πατέρας μου δεν ζει πια, κι εγώ δεν έχω πια δική μου οικογένεια για να τα διηγηθώ. Όμως αυτή η ανάμνηση, γραμμένη με ροζ δαντέλα, χακί στολές και μια μοναδική σφαίρα, είναι η δική μου αλήθεια από το καλοκαίρι που άλλαξε την Ελλάδα, όταν πέρασε μια και για πάντα στη δημοκρατία. Γεγονότα που συζητούσαν σχεδόν μια δεκαετία, ίσως και περισσότερο οι γονείς μου, κάνοντας πιο βαθιές τις αναμνήσεις μου. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΕΠΙΣΤΟΛΗ-ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΕΤΟΥ ΔΟΥΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ ΤΟΥ 1508

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

H πτώση του λαβυρίνθου και το αληθινό τέλος του Μινώταυρου. Ο Μίνωας και η Αίγυπτος.