ΕΙΔΟΤΕΣ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΝΟΜΕΝΑ-ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΑΛΜΑ
ΒΕΝΕΤΙΑ
ΕΙΔΟΤΕΣ ΤΟΝ
ΣΕΙΣΜΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΝΟΜΕΝΑ
ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ
ΔΙΗΓΗΜΑ
Η κόνα Κατερίνα κοιμόταν μέσα στο καλοφτιαγμένο της
σπίτι. Το δικό της σπίτι δεν έμοιαζε με τα περισσότερα πετρόχτιστα σπίτια της
εποχής γιατί ήτανε αγορασμένο με τον κόπο της δουλειάς της και με τον καλύτερο
τρόπο φτιαγμένο και σοβατισμένο επιχρωματισμένο, όπως ήτανε τα ανάκτορα των
βασιλιάδων της εποχής γερό και ανθεκτικό με έπιπλα πολύ τέλεια και ότι πιο καλά
υπήρχαν για την εποχή της. Εκείνη την ημέρα είχε πια χαράξει όταν βρήκε το
χρόνο να κοιμηθεί καθώς ο τελευταίος πελάτης έφυγε με τα πρώτα φώτα της ημέρας
και έπεσε κατάκοπη να κοιμηθεί μέχρι το μεσημέρι. Ήταν γύρω στις τρεις, είχε κοιμηθεί
σχεδόν 8 ώρες κι ότι είχε αρχίσει να ξυπνάει, όταν ξεκίνησε να κουνιέται το
σπίτι τριγύρω της και το κρεβάτι χοροπήδαγε σαν να έκανε κάποιος κούνια επάνω
του και το σύμπαν να κουνιέται γύρω της. Μόλις είχε ξυπνήσει ξεκούραστη και
τρόμαξε από το σεισμό που γινότανε, κρατήθηκε από τα κάγκελα του σιδερένιου
δυνατό κρεβατιού που ήταν φτιαγμένο γερό, για να μπορούν να κοιμούνται δύο
άνθρωποι επάνω και να κάνουν και έρωτα χωρίς να υπάρχει φόβος να σκορπίσει αυτό
στο πάτωμα. Κρατήθηκε λοιπόν από τα κάγκελα του κρεβατιού και περίμενε να
τελειώσει το κούνημα, μα εκείνο που παρατήρησε και τη φόβισε περισσότερο, ήταν
πως έμοιαζε σαν να μην είχε καν ξημερώσει όταν σταμάτησε να κουνάει. Είχε
περάσει πάνω από λεπτό για κρατήσει τόσο πολύ αυτή η δόνηση κι όταν σταμάτησε,
σηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι φόρεσε τα μαλακά της υποδήματα της κι αναρωτήθηκε
πόσες ώρες κοιμήθηκε κι ήταν ακόμα σκοτάδι. Κανονικά έπρεπε να είναι μεσημέρι,
συνήθως κοιμόταν 8 με 9 ώρες κατάκοπη από τη νυχτερινή εργασία της ιερόδουλης.
Είναι δυνατόν να έχει φέξει όταν την πήρε ο ύπνος και να ‘ναι ακόμα νύχτα;
Σηκώθηκε
και πήγε στο παράθυρο και άνοιξε τα ξύλινα παραθυρόφυλλα παραμερίζοντας τα
όμορφα μεταξωτά ριντό για να δει μια απόκοσμη ατμόσφαιρα στον ορίζοντα κι
άρχισαν να φαίνονται κάποιος αστραπές. «θα βρέξει»…. Σκέφτηκε. Από τη γωνιά του
δρόμου είδε κάποιος ανθρώπους να κατεβαίνουν βιαστικοί προς την πόλη. «Μα δεν
είναι νύχτα», σκέφτηκε «γιατί αν ήταν νύχτα πολύ δύσκολα κυκλοφορεί κάποιος»
και το πλήθος όλο και μεγάλωνε και περισσότεροι άνθρωποι κατέβαιναν στο κέντρο
της πόλης και φαινόταν να έρχονται απ’ έξω από τα τείχη μέσα στο σκοτάδι. «Μα
τι είχε απογίνει», αναρωτήθηκε οι
αστραπές όλο και πλήθαιναν κι αυτές και στο τέλος ξεκίνησε να βρέχει. «Τώρα μάλιστα», σκέφτηκε πρέπει να περιμένει
λοιπόν να ξημερώσει να σταματήσει η βροχή για να πάει να ψωνίσει στην αγορά. Θα
ξημέρωνε Παρασκευή κανονικά, εφόσον Παρασκευή ξημέρωμα είχε πέσει για ύπνο και
έπρεπε να πάει να ψωνίσει για δύο μέρες το Σάββατο τον Ιουδαίων το ιερό και την
Κυριακή. Έπρεπε να έχει φαγητό στο σπίτι της καθώς η αγορά δεν θα λειτουργούσε,
πολύ περισσότερο που αυτή την ευλογημένη μέρα που ερχότανε ήτανε το ιερό Πάσχα
των ισραηλιτών. Έκλεισε το παράθυρο να μη μπει μέσα η βροχή μα κλείνοντας το,
έβλεπε τον κόσμο να περπατάει όλο και πιο γρήγορα δυναμώνοντας το βήμα του
προσπαθώντας να προφυλαχτεί μέσα στην πόλη. Πήγε στο χώρο που βρισκόταν η
κουζίνα της από την κανάτα της σκεπασμένη με μεταξωτό πανί άδειασε σε ένα όμορφο
ποτήρι σκαλισμένο λίγο νερό και ήπιε. Από το ερμάρι άνοιξε να φάει και λίγο
ψωμί και την ώρα εκείνη χτύπησε δυνατά η πόρτα.
-Κατερίνα, Κατερίνα, ακούστηκε, άνοιξε.
Ήταν ο Ιακώβ ο πελάτης της, ο τελευταίος της πελάτης
πριν κοιμηθεί την περασμένη νύχτα και άνοιξε.
-Καλημέρα Ιακώβ, τι γίνεται; τι συμβαίνει; γιατί είναι
μαύρος ο ουρανός;
-Άσε να μπω μέσα να προστατευτώ από τη βροχή, της είπε.
Κατέβασε την κουκούλα από το χιτώνα που συνήθως φορούσε κάθε φορά από την επισκεπτόταν
όπως όλοι οι ευυπόληπτοι κύριοι όταν πήγαιναν στην ιερόδουλη, έκρυβαν με
μαντήλι και με κουκούλα το κεφάλι τους για να μην τους αναγνωρίσει κανείς.
-Μεγάλο κακό έγινε, Κατερίνα πριν από λίγο της είπε.
Εκείνη όμως δεν καταλάβαινε.
-Τι κακό άνθρωπέ μου;
-Ο ουρανός έγινε νύχτα μέσα σε λίγη ώρα Κατερίνα είναι
περίπου 3:00 το μεσημέρι.
-Μα δεν καταλαβαίνω του αποκρίθηκε, πως;
-Ναι το σκοτάδι έχει κάνα μισάωρο περίπου που έχουνε
σκοτεινιάσει τα πάντα έξω έχει έκλειψη ηλίου, φαίνεται γιατί τα πάντα έχουνε
σκοτεινιάσει και βρέχει.
- Έτσι ε; ξαναρώτησε η Κατερίνα.
-Ήμουνα επάνω στο Γολγοθά σήμερα. Πήγα το πρωί σπίτι
να κοιμηθώ και με ξύπνησαν χτυπήματα στην πόρτα. Βγήκα και είδα την κουστωδία.
Ρωμαίοι πήγαιναν να σταυρώσουν στον Γολγοθά πάλι. Ντύθηκα βιαστικά και βγήκα.
Τους ακολούθησα. Θες από περιέργεια, θες από
ένστικτο. Κατερίνα σταυρώσανε τον Ραβί. --Τον Ραβί; ρώτησε η Κατερίνα.
-Ναι το διδάσκαλο αυτό που είχε βγει και μας μίλησε
πάνω στο όρος εκείνη την ημέρα.
-Ποιον μωρέ αυτόν που μιλούσε για καλοσύνη και αγάπη
αυτόν σταυρώσανε;
-Αυτόν Κατερίνα.
-Μα γιατί τον σταυρώσανε;
-Γιατί πήγε κόντρα στους φαρισαίους και στους
αρχιερείς και τον θεώρησαν πολύ επικίνδυνο.
Η Κατερίνα σταμάτησε να μιλάει λίγα λεπτά και
καθόταν και σκέφτηκε.
-Αυτόν που έλεγε στους ανθρώπους να μην έχουν αμαρτίες;
-Ναι Κατερίνα αυτόν. Τον ξέρεις, όλος ο κόσμος τον
ήξερε.
-Και είπες ότι εσύ τον είχες ακούσει και τον
ακολουθούσες;
-Ναι φυσικά απάντησε ο Ιακώβ.
-Ωραία τον
ακολουθούσες αποκρίθηκε ξανά η Κατερίνα και εγώ σου μαζί μου.
‘Άλλο αυτό, τέλος πάντων διέκοψε την κουβέντα της, να
σου πω λοιπόν τι έγινε. Τι έμαθα. Τον έπιασαν χθες το ξημέρωμα, τη νύχτα πριν
έρθω εδώ σε σένα, τον δίκασαν, τον καταδίκασαν και τον πήγαν στον Πιλάτο. Λένε
πώς τον πίεσαν πολύ τον Πιλάτο και πως εκείνος δεν ήθελε να ανακατευτεί στην όλη
υπόθεση αλλά τον πίεσαν οι αρχιερείς. Σχεδόν τον εξεβίασαν.
-Πως τον εξεβίασαν;
-Το έκαναν Κατερίνα. Ακούστηκε πως του είπανε πώς αν
δεν σταυρώσει τον Ραβί, δεν θα είναι φίλος του καίσαρα.
-Α μάλιστα.
-Ανέβηκα και εγώ στον Γολγοθά, όπου το έμαθα ανάμεσα
στον κόσμο, δεν θέλεις να ξέρεις ούτε να σου περιγράψω τι είδα εκεί. -Ναι δεν
θέλω να ξέρω ούτε να μου περιγράψεις, καλύτερα όχι έχω ακούσει διάφορες
ιστορίες από τις πρακτικές αυτές των Ρωμαίων.
-Το πιο περίεργο από όλα Κατερίνα είναι πως όταν πέθανε
έγειρε το κεφάλι και όλοι κατάλαβαν και είπανε πως πέθανε τότε ήτανε που άρχισε
να κουνιέται ο τόπος και το ακόμα πιο περίεργο είναι όπως λίγο πριν πεθάνει
έχει αρχίσει να μαυρίζει ο ουρανός. Έγινε η έκλειψη και μαύρισε ο τόπος σαν να
ήταν νύχτα, για αυτό και το βλέπεις ακόμα κρατάει.
-Εμένα με ξύπνησε ο σεισμός Ιακώβ ό,τι είχα
αποξυπνήσει μα δεν είχα ακόμα ανοίξει καλά-καλά τα μάτια μου και δεν είχα σηκωθεί όταν άρχισε να
κουνιέται ο τόπος.
-Μαύρισε ο τόπος σου λέω, νύχτωσε και άρχισε να
κουνιέται το σύμπαν και ο κόσμος τρομαγμένος κι εγώ μαζί, κατεβήκαμε όλοι από
το Γολγοθά τρέχοντας σχεδόν γιατί άρχισε και να αστράφτει, όλα τα φαινόμενα
μαζί έκλειψη και σεισμός και αστραπόβροντα. Ακόμα και η φύση Κατερίνα ένιωσε που
ήτανε διδάσκαλος και τον σκοτώσανε.
-Κατάλαβα, του είπε και τώρα είναι μεσημέρι, πρέπει να
πάω στην αγορά αύριο είναι Πάσχα δεν έχω προλάβει να ψωνίσω.
-Σου έφερα λίγο κρέας και ψωμί έχει ώρα που έχω φύγει
σχεδόν μόλις άρχισε ο σεισμός και πέρασα από το σπίτι και σε σκέφτηκα να σου
φέρω κάτι. Δεν υπάρχει περίπτωση να ανοίξει η αγορά πριν από το απόγευμα σήμερα.
-Σε ευχαριστώ, του είπε η Κατερίνα σε ευχαριστώ που με
σκέφτηκες, τα χρειάζομαι γιατί εκτός από λίγο ψωμί δεν έχω τίποτα να φάω.
-Σταμάτησε ο χρόνος σήμερα Κατερίνα, αυτό που είδα και
έζησα ήταν πολύ άσχημο δεν έπρεπε να έχει γίνει έτσι, ό,τι διαφωνία και να
υπήρχε δεν έπρεπε να έχει γίνει έτσι, αλλά έγινε. Πως το γιορτάζουμε το Πάσχα
αύριο μετά από τέτοιο κακό; Σαν και ‘κείνο το παλιό κακό που μας κυνηγάγανε
στην έρημο. Πάρε αυτά λοιπόν να φας και όταν μπορέσεις πάνε κατά την αγορά να
πάρεις κι άλλα. Εγώ πέρασα να σου τα δώσω και να σου τα πω γιατί κατάλαβα πως
θα τρομάξεις όταν σηκωθείς και δεις πως όλα είναι μαύρα και μετά το σεισμό που
έγινε.
-Σε ευχαριστώ Ιακώβ.
-Πρέπει να πηγαίνω τώρα, με περιμένουνε στο σπίτι. Έβαλε
πάλι την κουκούλα του, βγήκε από την πόρτα κι απομακρύνθηκε.
Η Κατερίνα ξαναγύρισε στο τραπέζι έβαλε στην άκρη το κρέας και έκοψε
ψωμί να φάει και να πιει και νερό προβληματισμένη από τα νέα από της είπε ο Ιακώβ.
Εκείνη τον διδάσκαλο δεν τον ήξερε προσωπικά μονάχα ότι είχα ακούσει από τους
πελάτες της και είχε πολλούς και κάποιοι από αυτούς τον ακολουθούσανε ή τον
βλέπανε ή τον πετύχαιναν συχνά, κι ήταν ενθουσιασμένοι πριν λίγες μέρες, που
είχε έρθει μέσα στην πόλη και είχε διδάξει πριν από λίγο καιρό και μέσα στα Ιεροσόλυμα
και πάνω από όλα είχε ακούσει να λένε πως δίδασκε την ταπεινότητα. Χμμμ...κάγχασε
η Κατερίνα με αυτή τη σκέψη, «τώρα μάλιστα, αν μίλησε στους αρχιερείς και στους
φαρισαίους για ταπεινοφροσύνη και αγάπη λογικό που τον σταύρωσαν».
Ήταν βλέπετε όμορφη και
καλοφτιαγμένη και έτσι είχε πελάτες ακόμα και αρχιερείς και φαρισαίους και τους
είχε ζήσει από κοντά πόσο ξεχωριστοί πίστευαν πως είναι πόσο αναμάρτητοι πόσο καθοδηγητές
για το λαό του Ισραήλ. «Λογικό να τον σκοτώσουν αν τους είπε τέτοια πράγματα». Εκείνη,
βλέπετε, δεν μιλούσε και δεν έφερνε αντίρρηση γιατί ήταν όλοι πελάτες της και
μονάχα τους άκουγε, όταν τους έπιανε μετά την ερωτική πράξη, επιθυμία για
συζήτηση και εξομολόγηση.
Δεν είχε καν προλάβει να αποσώσει το πρωινό
της το κομμάτι το ψωμί που έτρωγε και να πιει λίγο ακόμα νερό όταν η πόρτα
χτύπησε ξανά. Αυτή τη φορά ακούστηκε μία γυναικεία φωνή. Πήγε στην πόρτα και
άνοιξε.
-Μαρία; Μαρία; Πως από δω;
Στην πόρτα στεκόταν η Μαρία η πρώην συνάδελφός
της ιερόδουλη και αυτή που τα έχει όλα παρατήσει για να ακολουθήσει το
διδάσκαλο, τον Ραβί που σταυρώσανε. Ταλαιπωρημένη φανερά ξενυχτισμένη, βρώμικη,
τα μάτια της ήταν πρησμένα από το κλάμα.
-Τι έγινε; τη ρώτησε η Κατερίνα.
-Άσε με να μπω να περάσω να κάτσω λίγο Κατερίνα γιατί
θα σωριαστώ.
-Έρχεσαι από το Γολγοθά;
-Από εκεί έρχομαι το πιο φρικτό σημείο της οικουμένης.
-Ναι καταλαβαίνω, αποκρίθηκε η Κατερίνα, θες λίγο νερό
να συνέλθεις;
Η Μαρία έγνεψε
καταφατικά και εκείνη της γέμισε ένα καθαρό ποτήρι με νερό το ίδιο βιαστικά και
περίμενε λίγο να μπορέσει να πάρει μία ανάσα.
-Έτρεχες ε;
-Δεν με νοιάζει για την καταιγίδα της αποκρίθηκε για
αυτό που ήταν τα μάτια μου μέχρι την τελευταία στιγμή δεν μπορούσα να πιστέψω
πως θα το σταυρώνανε, να, έλεγα πως θα γίνει κάτι ο λαός φώναζε, μα δεν φώναζαν
όλοι σταύρωσον αυτόν, υπήρχαν και άνθρωποι από τον υποστήριζαν που ήταν μαζί
του καταλαβαίνεις που δεν ήθελαν να σταυρωθεί, ήμουνα και εγώ αναμεσά τους εκεί
κάτω από το πρετόριο του Πιλάτου και φώναζα. Εντάξει μπροστά-μπροστά έστεκαν οι
αρχιερείς και οι φαρισαίοι με την κουστωδία τους και όλα τα πληρωμένα σκυλιά τους,
όμως υπήρχε κόσμος πιο πίσω που φώναζε υπέρ του Ιησού. Αυτούς ποιος τους άκουσε;
-Μαρία πριν από λίγο ήταν εδώ ο Ιακώβ ένας πελάτης μου
και μου είπε πως εξεβίασαν οι φαρισαίοι τον Πιλάτο ότι θα τον καρφώσουν στον Καίσαρα
έτσι απλά ή και αυτός το σκέφτηκε να μην τα χαλάσει με τον Καίσαρα στο
κάτω-κάτω τι του ήτανε ο Ιησούς αυτουνού και σκέφτηκε να ξεμπερδεύει να μην
μπλέξει σε φασαρίες.
-Τον σκότωσαν Κατερίνα μου, τον πιο καλό άνθρωπο που
γνώρισα ποτέ στη ζωή μου.
-Ξέρω-ξέρω αποκρίθηκε η Κατερίνα για αυτόν άφησες το
επάγγελμά σου για να τον ακολουθήσεις,.
-Έφυγα και εγώ μαζί με τον κόσμο, είχε τελειώσει ο Ιησούς
όταν έφυγα Κατερίνα, δεν μπορούσε να μην πάω καταλαβαίνεις τα βήματά τους από
μόνα τους με οδηγούσαν όλο τον κόσμο πού τον ακολουθούσε καθώς κουβαλούσε το
σταυρό του μέσα από τα στενά δρομάκια της Ιερουσαλήμ για το δρόμο έξω από τα
τείχη.
-Τι να πω εσύ ξέρεις, λυπάμαι, λυπάμαι πολύ για έναν άνθρωπο καλό να πεθάνει
με τέτοιο φρικτό τρόπο.
-Είπανε Κατερίνα, πως δεν μπορούσανε να τον σκοτώσουν
οι ιουδαίοι γιατί είναι σκλάβοι και αυτοί που ρωμαϊκή κατοχή και δεν έχουν
δικαίωμα να σκοτώσουν να επιβάλουν τη θανατική ποινή και έτσι τον έστειλαν στον
Πιλάτο, να βρούνε λύση να τον σκοτώσουν οι Ρωμαίοι. Και με το που πέθανε, λίγο
πριν πεθάνει δηλαδή, το σκοτάδι που απλώθηκε μαύρισε τον τόπο.
-Ναι το έζησα, ξύπνησα και ήταν ακόμα νύχτα έτσι
νόμιζα δηλαδή μέχρι που ήρθε ο Ιακώβ και μου είπε τι έγινε πώς σκοτείνιασε ο
ουρανός, άρχισε να μαυρίζει σιγά-σιγά και όλοι πιστέψανε πώς πήγαινε για
καταιγίδα.
-Η μέρα ήταν λαμπρή όταν σηκώθηκε στο ξεκίνημα της και
κανείς δεν προέβλεπε τίποτα, δεν φαινόταν στον ουρανό πως θα έβρεχε όλοι
πιστέψαμε λοιπόν πως χάλασε ο καιρός και πώς μια ξαφνική καταιγίδα από αυτές
τις ξαφνικές που συμβαίνουνε θα ερχότανε, μα δεν έχει τύχει ξανά κάτι τέτοιο. Όσο
πήγαινε δε σκοτείνιαζε ο ουρανός, έγινε νύχτα, νύχτα σκοτάδι, όχι όπως γίνεται
σε καταιγίδα, που ακόμα και πάντα υπάρχει φως. τότε ακούστηκε εκείνος να
φωνάζει «τετέλεσται» και έγειρε το κεφάλι μπροστά. ‘Ολοι πιστέψαμε πως πέθανε
και αυτό μάλλον έγινε θα μπορούσε να έχει λιποθυμήσει και αυτό μάλλον θα ήταν
πιθανόν, αλλά πέθανε και το κατάλαβα γιατί άρχισε τότε να κουνιέται η γη της.
-Ναι μεγάλος σεισμός Μαρία, ότι είχα ξυπνήσει εκείνη
την ώρα και κρατήθηκα από το κρεβάτι.
-Όταν τελείωσε ο σεισμός Κατερίνα άρχισαν οι αστραπές
πάνω από το Γολγοθά γύρω-τριγύρω από τους σταυρούς. Διαμαρτυρόταν ο τόπος για τον
άδικο αυτό θάνατο και είναι πολύ οι άδικοι θάνατοι και δεν έχει ποτέ
διαμαρτυρηθεί ο τόπος έτσι για εκτέλεση ανθρώπου. Θεού ιός ήταν αυτός ή προφήτης,
μα ο λαός του Ισραήλ έχει σκοτώσει κι άλλους προφήτες και προφήτης να ήταν τον
σκότωσαν.
Η Κατερίνα κάθισε μέχρις ότου να περάσει η καταιγίδα.
-Βλέπω όσο πάει και δυναμώνει αντί να σταματήσει
μπορεί να κρατήσει λίγο ακόμα, θέλεις λίγο ψωμί;
-Όχι δεν θέλω, απάντησε η Μαρία, είμαι πολύ
στεναχωρημένη για να φάω, σε ευχαριστώ για το νερό, είναι αρκετό.
-Και τώρα τι θα κάνεις;
-Δεν ξέρω, μπορεί να πάω να βρω τη μητέρα του. Την
έδιωξε λίγο πριν πεθάνει ήμουνα δίπλα της και γύρισε και της είπε «γυναίκα
αυτός είναι ο γιος σου» γιατί την κρατούσε αγκαλιά ο Ιωάννης, ένας από τους μαθητές
του και όταν της είπε αυτό σηκώθηκε και έφυγε, μαζί με τον Ιωάννη κατέβηκαν τον
Γολγοθά, εγώ έμεινα εκεί. Θα πάω να τη βρω, δεν ξέρω πρέπει να πέθανε κιόλας και
αν δεν πέθανε ακόμα, όταν πεθάνει πρέπει με κάποιον τρόπο να κανονίσουμε για
την ταφή του.
-Περίεργοι είναι οι άνθρωποι, περίεργα αυτά που
συνέβησαν συμφωνείς; κοίταξε να σου πω Μαρία ξέρεις ότι εμένα μου φάνηκε
περίεργο ότι σταμάτησες να δουλεύεις, με δικό σου θέλημα. Αλλά αυτή η καταδίκη
φυσικό δεν είναι; πήγε κόντρα στους αρχιερείς και τους φαρισαίους, φυσικό δεν
είναι να τον σκοτώσουν; Δεν τα βάζεις με δαύτους ποιος τα βάζει με δαύτους;
Για λίγη ώρα έγινε σιωπή πολλές σκέψεις που τριγύριζαν στο μυαλό των δύο
γυναικών.
-Συνηθισμένοι είμαστε σε κάτι τέτοιο Κατερίνα μα αυτός
δεν έκανε ούτε πόλεμο ούτε ξεσηκώθηκε εναντίον των Ρωμαίων, αυτός ήταν
ειρηνοποιός.
-Και τώρα τι θα κάνεις, ρώτησε ξανά η Κατερίνα.
-Σου είπα θα φροντίσω μαζί με τη μητέρα του με κάποιον
τρόπο να μπορέσουμε να τον θάψουμε δεν ξέρω πώς θα πάω να τη βρω να μιλήσουμε,
αλλά λέω οι μαθητές του θα ξέρουν πού είναι το σπίτι της μητέρας του. Βέβαια δεν
ήταν κανείς από αυτούς στο Γολγοθά, μόνο ο Ιωάννης, αλλά αυτοί ξέρω πού είναι,
ίσως και να κρύφτηκαν, το πιο πιθανό δηλαδή.
-Για αυτό ρωτάω από δω και πέρα τι θα κάνεις γιατί το
άφησες το επάγγελμα σου, πως θα ζήσεις, τώρα που εκείνος πέθανε. –Κάτι θα κάνω Κατερίνα
μη στεναχωριέσαι, για μένα η ζωή δεν είναι μόνον οι απόστολοι και να τους
ακολουθώ, θα δω τι θα γίνει. Το θέμα είναι ότι το είχε πει ότι θα πεθάνει και
θα δώσει τη ζωή του για τους σωτήρια του κόσμου εγώ δεν ήθελα να το πιστέψω
γιατί θα με ρωτήσεις, γιατί τα κακά νέα δεν θέλεις να τα πιστέψεις αν αυτό
θεωρείται κακό νέο γιατί εκείνος σαν να ήθελε να πεθάνει για να σώσει και να
βοηθήσει τον κόσμο.
-Ναι δεν το καταλαβαίνω απάντησε η Κατερίνα, δεν το
καταλαβαίνω πως ο θάνατός του μπορεί να βοηθήσει τον κόσμο. -Λογικό, είπε η Μαρία,
κανείς μας δεν μπορεί να το καταλάβει ένας τέτοιος άνθρωπος για να το λέει, σαν
να πήγε μόνος του να το ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο σαν να ήταν η μοίρα του,
ξέρει τι κάνει.
Η κουβέντα σταμάτησε. Η Μαρία ήπιε λίγο νερό
ακόμα. Οι δυο γυναίκες καθότανε και μονάχα
η βροχή που χτυπούσε πάνω στο σπίτι ακουγόταν. Κι όταν σταμάτησε να βρέχει
η Μαρία έφυγε να πάει στους μαθητές του Ιησού και η Κατερίνα έφαγε λίγο,
ξαπόστασε, και νωρίς το απόγευμα τράβηξε για την αγορά.
Δεν
είχαν επίθετο, άνθρωποι καλοί μου, οι δούλοι του Κυρίου στην εποχή που Αυτός εμφανίστηκε.
Έμαθε η Αικατερίνη από ένα πελάτη της που ήταν το σπίτι της Παναγίας και εκείνο
το ίδιο απόγευμα, αφού πήγε τα ψώνια στο σπίτι της, πέρασε πρώτα από το ναό του
Σολομώντος ζήτησε και βρήκε το γραμματέα, που ήταν παλιός της πελάτης και αυτός
και τον ρώτησε για τα γεγονότα. Ο φαρισαίος γραμματέας τον ονόμασε πλάνο τον
Ιησού και είπε ότι τιμωρήθηκε δίκαια κι όταν τον ρώτησε πώς θα ταφεί, εκείνος
την πληροφόρησε ότι απλά θα τον θάψουν σε κάποιο βράχο που είχε αλλά λαξευτεί από
έναν άλλο φαρισαίο για τον εαυτό του και θέλησε να τον διαθέσει για να τον
θάψουν εκεί και πως επρόκειτο να πάει αντιπροσωπεία των φαρισαίων στον Πιλάτο
ξανά για να ζητήσουν το σώμα του νεκρού να φυλάσσεται από αυτούς ώστε να μην το
κλέψουν οι μαθητές του. Η Κατερίνα κατάλαβε πως ήταν αμετανόητοι οι αρχιερείς
και οι φαρισαίοι και πώς δεν μπορούσε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες και
κίνησε για το σπίτι της Παναγίας. Ήταν όσο πιο απλά ντυμένη, χωρίς κοσμήματα με
μαύρα ρούχα και χτύπησε την πόρτα, τη χτύπησε απαλά και η Παναγία της άνοιξε. Δεν
ήξερε στην αρχή τι να πει ότι είναι η ιερόδουλη που απλά αισθάνθηκε άσχημα για
αυτό το θάνατο και ήθελε αν μπορούσε να βοηθήσει για την ταφή; Κι έτσι είπε ότι
έμαθε τα νέα από τη φίλη της τη Μαρία για τα γεγονότα τα θλιβερά και ρώτησε αν
θα μπορούσε να βοηθήσει και εκείνη στην ταφή. Η Παναγία ετοιμαζότανε να πάει
στο Γολγοθά και την πήρε μαζί της. Στο
δρόμο συναντήθηκαν και μ’ άλλες γυναίκες που κρατούσανε λευκά σάβανα και μύρο. Κάποιος
από αυτές ήξεραν ότι θα έχει ο Ιωσήφ από την Αριμαθεία, ο φαρισαίος κάποιους
άνδρες μαζί του, καθώς είχε άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει το σώμα του Ιησού
και να το τοποθετήσει σε ένα καινούργιο βράχο, ένα μνημείο που είχε φτιάξει για
τάφο δικό του όταν θα πέθανε. Πράγματι τον συνάντησαν στο δρόμο και κανένας δεν
γύρισε να κοιτάξει παράξενα την Αικατερίνη. Πράγματι είχε φέρει και ανθρώπους
μαζί του και σκάλα για να κατεβάσουν το σώμα από το σταυρό και έτσι και έγινε
έφτασαν στο Γολγοθά, κατέβασαν το σώμα το καθάρισαν επιτόπου και άρχισα να το
αλείφουνε με μύρο μία από τις γυναίκες έδωσε και στην Αικατερίνη ένα βαζάκι και
άρχισε και αυτή να αλείφει με μύρο το νεκρό σώμα που μόλις είχε καθαριστεί δεν
ήξερε πώς να αισθανθεί το μόνο που αισθανόταν ήτανε λύπη που χάθηκε με αυτόν
τον τρόπο ένας καλός άνθρωπος και μια μικρή ικανοποίηση ότι μπόρεσε έστω και
μέσα από το μύρο να προσφέρει και αυτή κάτι σε αυτό τον καλό άνθρωπο που πέθανε
τόσο άδικα και άσχημα.
Στη συνέχεια τοποθέτησαν το σώμα σε ένα λευκό
σεντόνι αφού του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια για να τα επαναφέρουνε μετά την
νεκρική ακαμψία σε φυσιολογική στάση και στο πρόσωπο τοποθέτησαν ένα οθόνιο και
όλο το σώμα το τύλιξαν με το λινό σεντόνι, και οι άντρες που είχε φέρει ο Ιωσήφ,
το τοποθέτησαν σε ένα φορείο και το μετέφεραν στο μνημείο ενώ οι γυναίκες
ακολουθούσαν, ακολούθησε και η Αικατερίνη, εκεί τον κατέβασαν και τοποθέτησαν
μέσα στο βράχο και έκλεισαν με μία βαριά στρογγυλή πέτρα την είσοδο του τάφου. Η
Αικατερίνη ήξερε ότι θα φέρουν φρουρά οι φαρισαίοι, πηγαίνοντας στον Πιλάτο, για
να φυλάει τον τάφο. Ακολούθως γύρισαν μέχρι το σπίτι της Παναγίας αλλά ντράπηκε
να ξαναμπεί μέσα σε αυτό το σπίτι, χαιρέτησε ευγενικά και γύρισε στο δικό της
σπίτι.
Εκείνο
το βράδυ δεν σταμάτησε η πόρτα να χτυπά όπως κάθε μέρα σχεδόν και να έρχονται
πελάτες παρόλο που την άλλη μέρα ήταν το Πάσχα. Άλλοι είχαν οικογένειες, άλλοι
ήταν μόνοι τους στη ζωή, μα εκείνη την ημέρα δεν είχε όρεξη για δουλειά και
τους έδιωξε όλους και τους είπε πως εκείνο το Σάββατο και για λίγες μέρες δεν
επρόκειτο να εργαστεί. Σε άλλους είπε πως είναι άρρωστη σε άλλους είπε πως
είναι αδιάθετη και σε άλλους πως είναι κουρασμένη. Απλά δεν αισθανότανε σωστό
να ασκεί μια τέτοια άσχημη εργασία μία τέτοια μέρα σαν να μην ήθελε να
προσθέσει κι άλλο κακό σε εκείνη τη μέρα μετά το κακό που ήδη είχε συμβεί. Την
επόμενη μέρα ξεκουράστηκε μαγείρεψε και την Κυριακή το μεσημέρι βγήκε να περπατήσει
πάντα πολύ απλά ντυμένη και κουκουλωμένη για να μην γνωρίζεται.
Εκεί στο δρόμο συνάντησε τη Μαρία τη Μαγδαληνή, μία
ακόμη από τις μαθήτριες του Ιησού, που την είχε δει στη ταφή Του και της έκανε εντύπωση, που μετά το
γεγονός αυτό, την είδε που βάδιζε χαρούμενη εκείνο το πρωινό. Αφού τη χαιρέτισε
δεν κρατήθηκε και τη ρώτησε αν έγινε κάτι και πήρε την απάντηση από τη Μαρία τη
Μαγδαληνή ότι αναστήθηκε ο Κύριος. Μα τον είχε δει νεκρό, τον είχε μυρώσει και
φυσικά έμεινε έκπληκτη και δεν μιλούσε και άκουγε μονάχα τη Μαρία τη Μαγδαληνή
να της αφηγείται την ιστορία πως είχε πάει το ξημέρωμα εκείνης της ημέρες της Κυριακής
για να αλείψει μαζί και με άλλες γυναίκες, την Ιωάννα, τη Μαρία (τη μητέρα του Ιακώβου), τη Σαλώμη και
άλλες γυναίκες που ακολουθούσαν τον Ιησού
κι άλλο μύρο το σώμα του Χριστού και να αλλάξουν το
σάβανο, να βάλουν καθαρό και το μόνο που τις απασχολούσε ήτανε πώς θα μπορούσαν
να κυλήσουν το βράχο την πέτρα, που έφραζε τον τάφο, και όταν έφτασε εκεί η
πέτρα είχε είδη κυλιστεί, δεν υπήρχαν οι φρουροί του Πιλάτου οι Ρωμαίοι, ο
τάφος ήταν ανοιχτός και ένας άγγελος κυρίου καθόταν επάνω στην πέτρα που έφραζε
τον τάφο. Αυτή η λευκή καλοσυνάτη μορφή ρώτησε. -Ποιόν ζητάτε; Μη φοβάστε. Ξέρω
ότι ζητάτε τον Ιησού τον Ναζαρηνό που σταυρώθηκε. Δεν είναι εδώ γιατί αναστήθηκε
όπως είχε πει. Ελάτε να δείτε το μέρος που τον είχαν βάλει. Πηγαίνετε γρήγορα
να πείτε στους μαθητές του ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς.
Μπερδεμένη η Μαρία σηκώθηκε να φύγει. Δεν ακολούθησε τις
άλλες γυναίκες. Στο δρόμο συνάντησε έναν άνδρα που τη φώναξε και τη ρώτησε «ποιον
γυρεύεις;» και είπε «τον κύριο μου, αν εσύ τον πήρες πες μου πού είναι το σώμα
του να πάω να το πάρω» και τότε εκείνος τη φώναξε με το όνομά της «Μαρία».! Η Μαρία
γύρισε και τον κοίταξε και κατάλαβε πως είδε το Χριστό όρμησε να τον αγκαλιάσει,
αλλά εκείνος της είπε μη μ’ αγγίζεις, πήγαινε μόνο προς τους αδερφούς μου και
πες τους ότι αναστήθηκα.
Η Αικατερίνη άκουσε την ιστορία και το μόνο που
μπόρεσε να αναρωτηθεί «είναι δυνατόν να αναστηθεί ένας άνθρωπος, να
ξαναζωντανέψει μέσα από το τάφο καθ΄ η στιγμή όλοι είχανε βεβαιωθεί για το
θάνατό του; » και της απάντησε η Μαρία η Μαγδαληνή ένας άνθρωπος όχι, ένας Θεός
ναι, και έφυγε για να πάει να συναντήσει τους μαθητές του Ιησού και η Αικατερίνη
έμεινε προβληματισμένη να σκέφτεται αυτά που συνέβησαν και το μέλλον της.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου